Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moderationist
01
μετριοπαθής, υπέρμαχος της μετριοπάθειας
a person who advocates for moderation, especially in politics or behavior, and seeks to avoid extremes or radical positions
Παραδείγματα
The moderationist's goal was to ensure that all opinions were heard without allowing the debate to become polarized.
Ο στόχος του μετριοπαθούς ήταν να διασφαλιστεί ότι όλες οι απόψεις ακούστηκαν χωρίς να επιτραπεί η πόλωση της συζήτησης.
02
μετριοπαθής πότης, μέτριος πότης
a moderate drinker (as opposed to a total abstainer)
Λεξικό Δέντρο
moderationist
moderation
moderate
moder



























