Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Moderation
01
μετριοπάθεια, σωφροσύνη
the act or state of avoiding excess or extremes in thought, behavior, or action
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The key to financial stability is practicing moderation in spending and saving.
Το κλειδί για τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα είναι η πρακτική της μετριοπάθειας στις δαπάνες και στην αποταμίευση.
02
μετριοπάθεια
the action of lessening in severity or intensity
03
μετριοπάθεια
the trait of avoiding excesses
04
μετριοπάθεια, βελτίωση
a change for the better
Λεξικό Δέντρο
immoderation
moderationism
moderationist
moderation
moderate
moder



























