Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Modal
01
τροπικό ρήμα, βοηθητικό ρήμα
(grammar) a verb that is used with the main verb of a sentence to indicate possibility, intention, etc., such as can, might, should, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
modals
Παραδείγματα
The teacher explained that modals are auxiliary verbs that help convey different shades of meaning.
Ο δάσκαλος εξήγησε ότι τα μορφολογικά ρήματα είναι βοηθητικά ρήματα που βοηθούν στη μετάδοση διαφορετικών αποχρώσεων νοήματος.
modal
01
τροπικός, τροπικός
pertaining to or representing the most frequently occurring value in a statistical distribution
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The modal score on the test was 85.
Η τροπική βαθμολογία στο τεστ ήταν 85.
02
τροπικός, τροπικός
relating to the grammatical mood of verbs, expressing modality such as necessity, possibility, or obligation
Παραδείγματα
She studied the modal forms in the sentence.
Μελέτησε τις τροπικές μορφές στην πρόταση.
03
τροπικός, τροπικός
pertaining to a musical mode, especially in ecclesiastical compositions
Παραδείγματα
The choir performed a modal composition from the Renaissance period.
Η χορωδία ερμήνευσε μια μοντεστική σύνθεση από την περίοδο της Αναγέννησης.



























