Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mixing
01
ανάμειξη
the act of mixing together
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
mixing
mix
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ανάμειξη
Λεξικό Δέντρο