Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mixed
01
μικτός, ποικίλος
consisting of different types of people or things combined together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mixed
συγκριτικός βαθμός
more mixed
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The mixed media artwork combined painting, collage, and sculpture techniques.
Η έργο τέχνης μικτών μέσων συνδύαζε τεχνικές ζωγραφικής, κολάζ και γλυπτικής.
02
μικτός, μειγματικός
pertaining to or involving individuals from different racial or ethnic backgrounds
Παραδείγματα
The documentary explored the experiences of mixed-race individuals navigating their identities in a multicultural society.
Το ντοκιμαντέρ εξερεύνησε τις εμπειρίες ατόμων μικτής καταγωγής που πλοηγούν τις ταυτότητές τους σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία.
Λεξικό Δέντρο
unmixed
mixed
mix



























