to misuse
Pronunciation
/mɪsˈjus/, /mɪsˈjuz/

Ορισμός και σημασία του "misuse"στα αγγλικά

to misuse
01

καταχρώμαι, χρησιμοποιώ λανθασμένα

to use something improperly or incorrectly
Transitive: to misuse sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
misuses
ενεστώτα μετοχή
misusing
απλός αόριστος
misused
παθητική μετοχή
misused
Παραδείγματα
The research findings were misused to justify harmful policies.
Τα ευρήματα της έρευνας καταχρήθηκαν για να δικαιολογήσουν επιβλαβείς πολιτικές.
02

καταχρώμαι, χρησιμοποιώ κατά λάθος

to corrupt the original purpose by making something serve a completely unintended end
Transitive: to misuse sth
Παραδείγματα
Social media is often misused to spread misinformation and propaganda.
Τα κοινωνικά δίκτυα συχνά καταχρώνται για τη διάδοση παραπληροφόρησης και προπαγάνδας.
01

κακή χρήση, κατάχρηση

improper or excessive use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
misuses
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store