Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misuse
01
καταχρώμαι, χρησιμοποιώ λανθασμένα
to use something improperly or incorrectly
Transitive: to misuse sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misuse
γ΄ ενικό πρόσωπο
misuses
ενεστώτα μετοχή
misusing
απλός αόριστος
misused
παθητική μετοχή
misused
Παραδείγματα
The tool was misused by the apprentice who didn't understand its proper function.
Το εργαλείο κακοποιήθηκε από τον μαθητευόμενο που δεν καταλάβαινε τη σωστή του λειτουργία.
02
καταχρώμαι, χρησιμοποιώ κατά λάθος
to corrupt the original purpose by making something serve a completely unintended end
Transitive: to misuse sth
Παραδείγματα
Criminals misused the bank's systems to launder money and evade authorities.
Οι εγκληματίες κατάχρησαν τα συστήματα της τράπεζας για να ξεπλύνουν χρήματα και να αποφύγουν τις αρχές.
Misuse
01
κακή χρήση, κατάχρηση
improper or excessive use
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
misuses
Λεξικό Δέντρο
misuse
use



























