Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misuse
01
καταχρώμαι, χρησιμοποιώ λανθασμένα
to use something improperly or incorrectly
Transitive: to misuse sth
Παραδείγματα
The research findings were misused to justify harmful policies.
Τα ευρήματα της έρευνας καταχρήθηκαν για να δικαιολογήσουν επιβλαβείς πολιτικές.
02
καταχρώμαι, χρησιμοποιώ κατά λάθος
to corrupt the original purpose by making something serve a completely unintended end
Transitive: to misuse sth
Παραδείγματα
Social media is often misused to spread misinformation and propaganda.
Τα κοινωνικά δίκτυα συχνά καταχρώνται για τη διάδοση παραπληροφόρησης και προπαγάνδας.
Misuse
01
κακή χρήση, κατάχρηση
improper or excessive use
Λεξικό Δέντρο
misuse
use



























