mistaken
Pronunciation
/mɪˈsteɪkən/

Ορισμός και σημασία του "mistaken"στα αγγλικά

01

λανθασμένος, εσφαλμένος

(of a person) wrong in one's judgment, opinion, or belief
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mistaken
συγκριτικός βαθμός
more mistaken
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teacher clarified the concept for the student who was mistaken in their interpretation.
Ο δάσκαλος διευκρίνισε την έννοια για τον μαθητή που έκανε λάθος στην ερμηνεία του.
02

λανθασμένος, εσφαλμένος

caused by or resulting from an error
Παραδείγματα
The shipment was delayed because of a mistaken order.
Η αποστολή καθυστέρησε λόγω μιας λανθασμένης παραγγελίας.

Λεξικό Δέντρο

mistakenly
mistaken
mistake
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store