Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
mistaken
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mistaken
συγκριτικός βαθμός
more mistaken
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was mistaken about the date of the event and missed it.
Είχε κάνει λάθος για την ημερομηνία της εκδήλωσης και την έχασε.
02
λανθασμένος, εσφαλμένος
caused by or resulting from an error
Παραδείγματα
The letter was sent to the wrong address due to a mistaken entry.
Το γράμμα στάλθηκε σε λάθος διεύθυνση λόγω μιας λανθασμένης εισαγωγής.
Λεξικό Δέντρο
mistakenly
mistaken
mistake



























