Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Misrule
01
κακή διακυβέρνηση, ανικανή διοίκηση
incompetent or ineffective governance of a country, organization, or domain
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The province fell into disorder due to misrule by inefficient bureaucrats.
Η επαρχία βυθίστηκε σε αναρχία λόγω κακής διακυβέρνησης από ανεπιτυχείς γραφειοκράτες.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
misrule
rule



























