Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misread
01
κακοδιαβάζω, κακοερμηνεύω
to read or understand a text incorrectly
Transitive: to misread a text
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misread
γ΄ ενικό πρόσωπο
misreads
ενεστώτα μετοχή
misreading
απλός αόριστος
misread
παθητική μετοχή
misread
Παραδείγματα
He misread the sign and thought the store was closed.
Διάβασε λάθος την πινακίδα και νόμιζε ότι το μαγαζί ήταν κλειστό.
02
κατανοώ λάθος, ερμηνεύω λανθασμένα
to misunderstand or wrongly interpret a situation or someone's behavior
Transitive: to misread a situation or behavior
Παραδείγματα
It's easy to misread body language and draw incorrect conclusions.
Είναι εύκολο να παρεξηγήσει κανείς τη γλώσσα του σώματος και να βγάλει λανθασμένα συμπεράσματα.
Λεξικό Δέντρο
misread
read



























