Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mispronounce
01
προφέρω λάθος, κακοπροφέρω
to say a word or words incorrectly, especially with regards to the proper pronunciation
Transitive: to mispronounce a word
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mispronounce
γ΄ ενικό πρόσωπο
mispronounces
ενεστώτα μετοχή
mispronouncing
απλός αόριστος
mispronounced
παθητική μετοχή
mispronounced
Παραδείγματα
In language exchange sessions, participants gently corrected each other when they mispronounced words to facilitate better learning.
Στις συνεδρίες ανταλλαγής γλωσσών, οι συμμετέχοντες διορθώνονταν απαλά ο ένας τον άλλο όταν προφέρονταν λάθος λέξεις για να διευκολύνουν μια καλύτερη μάθηση.
Λεξικό Δέντρο
mispronounce
pronounce



























