Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misplace
01
τοποθετώ λάθος, χάνω
to place an object in a location where one is unable to find it
Παραδείγματα
Documents were misplaced in a manner that prevented anyone from accessing them for years.
Τα έγγραφα τοποθετήθηκαν λάθος με τρόπο που απέτρεπε οποιονδήποτε από το να τα προσπελάσει για χρόνια.
02
τοποθετώ λάθος, τακτοποιώ ανεπίλεκτα
to arrange an item in a way that is improper based on conventions, standards, or designated positioning
Παραδείγματα
Make sure not to misplace any tools when finishing up so we have everything for the next job.
Βεβαιωθείτε ότι δεν τοποθετήσετε λάθος κανένα εργαλείο όταν τελειώνετε, ώστε να έχουμε τα πάντα για την επόμενη δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
misplaced
misplace
place



























