Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misplace
01
τοποθετώ λάθος, χάνω
to place an object in a location where one is unable to find it
Παραδείγματα
I misplaced my wallet and tore the whole house apart but still couldn't find where I put it.
Εξαφάνισα το πορτοφόλι μου και γύρισα όλο το σπίτι ανάποδα αλλά ακόμα δεν μπόρεσα να βρω πού το έβαλα.
02
τοποθετώ λάθος, τακτοποιώ ανεπίλεκτα
to arrange an item in a way that is improper based on conventions, standards, or designated positioning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misplace
γ΄ ενικό πρόσωπο
misplaces
ενεστώτα μετοχή
misplacing
απλός αόριστος
misplaced
παθητική μετοχή
misplaced
Παραδείγματα
The movers accidentally misplaced some boxes during the relocation and they ended up in the wrong room.
Οι μεταφορείς κατά λάθος έβαλαν λάθος μερικά κουτιά κατά τη μετακόμιση και κατέληξαν σε λάθος δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
misplaced
misplace
place



























