Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mislay
01
ξεχάσω πού το έβαλα, ξεχνώ προσωρινά
to forget for a short while where one has put something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mislay
γ΄ ενικό πρόσωπο
mislays
ενεστώτα μετοχή
mislaying
απλός αόριστος
mislaid
παθητική μετοχή
mislaid
Λεξικό Δέντρο
mislay
lay



























