Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to misjudge
01
κρίνω λανθασμένα, καταλαβαίνω λάθος
to form an incorrect opinion or assessment about someone or something
Transitive: to misjudge sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
misjudge
γ΄ ενικό πρόσωπο
misjudges
ενεστώτα μετοχή
misjudging
απλός αόριστος
misjudged
παθητική μετοχή
misjudged
Παραδείγματα
It 's easy to misjudge people based on appearances; there is often more than meets the eye.
Είναι εύκολο να κρίνει κανείς λανθασμένα τους ανθρώπους από την εμφάνιση· συχνά υπάρχει περισσότερο από ό,τι φαίνεται.
Λεξικό Δέντρο
misjudge
judge



























