miscreant
Pronunciation
/ˈmɪskɹiənt/

Ορισμός και σημασία του "miscreant"στα αγγλικά

01

κακοποιός, παραβάτης

someone who behaves badly or immorally
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
miscreants
Παραδείγματα
Authorities tracked down the miscreant who vandalized the school.
Οι αρχές εντοπίσαν τον κακοποιό που βάνδαλισε το σχολείο.
01

εγκληματικός, κακόβουλος

behaving in a wicked, criminal, or otherwise objectionable manner
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most miscreant
συγκριτικός βαθμός
more miscreant
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He was known for his miscreant tendencies.
Ήταν γνωστός για τις κακοποιητικές του τάσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store