Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Miscount
01
λάθος μέτρησης, ανακριβής μέτρηση
an inaccurate count
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
miscounts
to miscount
01
μετρώ λάθος, κάνω λάθος στην μέτρηση
to make an error while counting something
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
miscount
γ΄ ενικό πρόσωπο
miscounts
ενεστώτα μετοχή
miscounting
απλός αόριστος
miscounted
παθητική μετοχή
miscounted
Λεξικό Δέντρο
miscount
count



























