to miscarry
mis
mɪs
mis
ca
ˈkæ
rry
ri
ri
scattygharrycattieghatti

Ορισμός και σημασία του "miscarry"στα αγγλικά

to miscarry
01

αποτυγχάνω, ακυρώνομαι

to fail to achieve a desired outcome 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
miscarry
γ΄ ενικό πρόσωπο
miscarries
ενεστώτα μετοχή
miscarrying
απλός αόριστος
miscarried
παθητική μετοχή
miscarried
Παραδείγματα
The project miscarried due to a lack of proper planning and resources. 

Το έργο απέτυχε λόγω έλλειψης κατάλληλου σχεδιασμού και πόρων.

02

αποβολή, αυθόρμητη απώλεια εγκυμοσύνης

to spontaneously lose the pregnancy before reaching viability, typically within the first 20 weeks 
Παραδείγματα
Unfortunately, she had to miscarry the pregnancy in its early stages. 

Δυστυχώς, έπρεπε να αποβάλλει την εγκυμοσύνη στα πρώιμα στάδια της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store