Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to miscarry
01
αποτυγχάνω, ακυρώνομαι
to fail to achieve a desired outcome
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
miscarry
γ΄ ενικό πρόσωπο
miscarries
ενεστώτα μετοχή
miscarrying
απλός αόριστος
miscarried
παθητική μετοχή
miscarried
Παραδείγματα
The project miscarried due to a lack of proper planning and resources.
Το έργο απέτυχε λόγω έλλειψης κατάλληλου σχεδιασμού και πόρων.
02
αποβολή, αυθόρμητη απώλεια εγκυμοσύνης
to spontaneously lose the pregnancy before reaching viability, typically within the first 20 weeks
Παραδείγματα
Unfortunately, she had to miscarry the pregnancy in its early stages.
Δυστυχώς, έπρεπε να αποβάλλει την εγκυμοσύνη στα πρώιμα στάδια της.
Λεξικό Δέντρο
miscarry
carry



























