misbehavior
mis
ˌmɪs
mis
be
bɪ
bi
hav
ˈheɪv
heiv
ior
jə
yē
savior
misbehaviour

Ορισμός και σημασία του "misbehavior"στα αγγλικά

01

κακή συμπεριφορά, ακατάλληλη συμπεριφορά

behavior that is inappropriate or unacceptable according to social norms or rules 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The teacher punished him for his misbehavior. 

Ο δάσκαλος τον τιμώρησε για την κακή συμπεριφορά του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

misbehavior
behavior
behave
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store