Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mire
01
βάλτος, λάσπη
deep soft mud in water or slush
02
βάλτος, έλος
a soft wet area of low-lying land that sinks underfoot
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mires
03
βάλτος, δύσκολη θέση
a difficulty or embarrassment that is hard to extricate yourself from
to mire
01
βυθίζομαι στη λάσπη, παγιδεύομαι στον βάλτο
soil with mud, muck, or mire
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mire
γ΄ ενικό πρόσωπο
mires
ενεστώτα μετοχή
miring
απλός αόριστος
mired
παθητική μετοχή
mired
02
παγιδεύομαι, βουλιάζω
be unable to move further
03
βυθίζω στη λάσπη, κολλώ στη λάσπη
to cause to get stuck or be immersed as if in mud
04
παγιδεύω, βυθίζω σε βάλτο
entrap
Λεξικό Δέντρο
miry
mire



























