Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Miracle
01
θαύμα
an occurrence or event that is impossible to be the work of a human being rather a supernatural power
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
miracles
Παραδείγματα
The blind man's sudden recovery was called a miracle by the doctors.
Η ξαφνική ανάρρωση του τυφλού άνδρα ονομάστηκε θαύμα από τους γιατρούς.
1.1
θαύμα
an extraordinary or lucky event that we usually consider impossible
Παραδείγματα
It was a miracle that no one was hurt in the car crash.
Ήταν ένα θαύμα που κανείς δεν τραυματίστηκε στο αυτοκινητιστικό δυστύχημα.



























