minimisation
mi
ˌmɪ
μι
ni
nɪ
νι
mi
maɪ
μαι
sa
ˈzeɪ
ζει
tion
ʃən
σαν
minimization

Ορισμός και σημασία του "minimisation"στα αγγλικά

01

ελαχιστοποίηση

the process of reducing something to its smallest or lowest possible amount, extent, or degree 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The company implemented cost minimization strategies to improve profitability. 

Η εταιρεία εφάρμοσε στρατηγικές ελαχιστοποίησης κόστους για τη βελτίωση της κερδοφορίας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store