Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to mingle
01
αναμιγνύομαι, συγχέομαι
to mix with other things
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
mingle
γ΄ ενικό πρόσωπο
mingles
ενεστώτα μετοχή
mingling
απλός αόριστος
mingled
παθητική μετοχή
mingled
Παραδείγματα
The flavors of herbs and spices mingle in the soup, creating a rich and savory taste.
Οι γεύσεις των βοτάνων και των μπαχαρικών αναμειγνύονται στην σούπα, δημιουργώντας μια πλούσια και αλμυρή γεύση.
02
αναμιγνύομαι, κοινωνικοποιούμαι
to socialize and interact with others at a social event or gathering
Intransitive: to mingle | to mingle with sb
Παραδείγματα
At the party, she liked to mingle with different groups of people, engaging in lively conversations.
Στο πάρτι, της άρεσε να ανακατεύεται με διαφορετικές ομάδες ανθρώπων, συμμετέχοντας σε ζωηρές συζητήσεις.
03
αναμιγνύομαι, συγχέομαι
to become mixed or blended together
Intransitive: to mingle | to mingle with sth
Παραδείγματα
As the colors spread on the canvas, they began to mingle, creating new shades and hues.
Καθώς τα χρώματα απλώνονταν στον καμβά, άρχισαν να αναμειγνύονται, δημιουργώντας νέες αποχρώσεις και χρώματα.
04
αναμιγνύω, συνδυάζω
to combine different elements actively
Transitive: to mingle different elements
Παραδείγματα
The chef decided to mingle various spices to create a unique flavor for the dish.
Ο σεφ αποφάσισε να αναμείξει διάφορα μπαχαρικά για να δημιουργήσει μια μοναδική γεύση για το πιάτο.
Λεξικό Δέντρο
immingle
mingle



























