milklike
milk
ˈmɪlk
milk
like
laɪk
laik
silklike

Ορισμός και σημασία του "milklike"στα αγγλικά

01

γαλακτώδης, γαλακτοειδής

describing a color that resembles milk, typically a soft, pale, and opaque white 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most milklike
συγκριτικός βαθμός
more milklike
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The walls were painted in a milklike hue, giving the room a serene and airy feel. 

Οι τοίχοι ήταν βαμμένοι σε μια γαλακτώδη απόχρωση, δίνοντας στο δωμάτιο μια γαλήνια και αεράτη αίσθηση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store