at a loss
at
æt
αιτ
a
ə
α
loss
lɔs
λοσ
/atə lˈɒs/

Ορισμός και σημασία του "at a loss"στα αγγλικά

01

αποσβολωμένος, μπερδεμένος

having no idea what to say, do, or decide due to confusion or surprise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most at a loss
συγκριτικός βαθμός
more at a loss
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
I felt at a loss, unable to grasp what had just happened.
Αισθάνθηκα αποσβολωμένος, ανίκανος να καταλάβω τι μόλις συνέβη.
01

με ζημία, κάτω από το κόστος

below cost
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store