at a loss
at
æt
āt
a
ə
ē
loss
lɒs
los

Ορισμός και σημασία του "at a loss"στα αγγλικά

01

αποσβολωμένος, μπερδεμένος

having no idea what to say, do, or decide due to confusion or surprise 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most at a loss
συγκριτικός βαθμός
more at a loss
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He looked at a loss, clearly filled with bewilderment. 

Φαινόταν αποσβολωμένος, σαφώς γεμάτος σύγχυση.

01

με ζημία, κάτω από το κόστος

below cost 
γραμματικές πληροφορίες
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store