Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Milk
01
γάλα
the white liquid we get from cows, sheep, or goats that we drink and use for making cheese, butter, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Consuming milk can help maintain healthy skin due to the presence of vitamin A.
Η κατανάλωση γάλακτος μπορεί να βοηθήσει στη διατήρηση υγιούς δέρματος λόγω της παρουσίας βιταμίνης Α.
02
γάλα
produced by mammary glands of female mammals for feeding their young
03
γάλα, γαλακτομίμητο ποτό
any of several nutritive milklike liquids
to milk
01
αρμέγω, αρμέγω τις αγελάδες
to collect milk from animals such as cows, goats, etc.
Transitive: to milk an animal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
milk
γ΄ ενικό πρόσωπο
milks
ενεστώτα μετοχή
milking
απλός αόριστος
milked
παθητική μετοχή
milked
Παραδείγματα
Every morning, the farmer milks the cows before sunrise.
Κάθε πρωί, ο αγρότης αρμέγει τις αγελάδες πριν από την ανατολή του ηλίου.
02
εκμεταλλεύομαι, αξιοποιώ
to extract the maximum benefit or advantage from a situation,
Transitive: to milk a situation
Παραδείγματα
He milked the opportunity for all it was worth, securing multiple contracts.
Αξιοποίησε την ευκαιρία στο έπακρο, εξασφαλίζοντας πολλαπλές συμβάσεις.
03
ρίχνω γάλα, προσθέτω γάλα
to pour or mix milk into something
Transitive: to milk a drink or mixture
Παραδείγματα
She milked her coffee before taking a sip.
Πρόσθεσε γάλα στον καφέ της πριν πιει μια γουλιά.
Λεξικό Δέντρο
milkless
milklike
milky
milk



























