Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to militate
01
αντιτίθεμαι, δρα ως καθοριστικός παράγοντας
to act as a powerful factor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
militate
γ΄ ενικό πρόσωπο
militates
ενεστώτα μετοχή
militating
απλός αόριστος
militated
παθητική μετοχή
militated
Παραδείγματα
His criminal record may militate against his chances of getting the job.
Το ποινικό του μητρώο μπορεί να επηρεάσει εναντίον των πιθανοτήτων του να πάρει τη δουλειά.
Λεξικό Δέντρο
militate
milit



























