Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to militate
01
αντιτίθεμαι, δρα ως καθοριστικός παράγοντας
to act as a powerful factor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
militate
γ΄ ενικό πρόσωπο
militates
ενεστώτα μετοχή
militating
απλός αόριστος
militated
παθητική μετοχή
militated
Παραδείγματα
The harsh climate militated against successful crop production.
Το σκληρό κλίμα αντιμετώπιζε την επιτυχημένη παραγωγή καλλιεργειών.
Λεξικό Δέντρο
militate
milit



























