to militate
mi
ˈmɪ
mi
li
li
tate
teɪt
teit
misstate

Ορισμός και σημασία του "militate"στα αγγλικά

to militate
01

αντιτίθεμαι, δρα ως καθοριστικός παράγοντας

to act as a powerful factor 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
militate
γ΄ ενικό πρόσωπο
militates
ενεστώτα μετοχή
militating
απλός αόριστος
militated
παθητική μετοχή
militated
Παραδείγματα
The harsh climate militated against successful crop production. 

Το σκληρό κλίμα αντιμετώπιζε την επιτυχημένη παραγωγή καλλιεργειών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store