Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Militia
Παραδείγματα
The local militia responded swiftly to the wildfire, helping to evacuate residents and protect homes from the spreading flames.
Η τοπική εθνοφυλακή αντέδρασε γρήγορα στη δασική πυρκαγιά, βοηθώντας στην εκκένωση των κατοίκων και στην προστασία των σπιτιών από τις φλόγες που εξαπλώνονταν.
02
εθνοφυλακή, αυτοοργανωμένη ένοπλη ομάδα
a self-organized group of armed individuals typically motivated by political or religious beliefs that operates like a military force
Παραδείγματα
The militia, driven by a political ideology, patrolled the border to enforce their beliefs.
Η εθνοφυλακή, που καθοδηγείται από μια πολιτική ιδεολογία, περιπολούσε τα σύνορα για να επιβάλει τις πεποιθήσεις της.



























