Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
asymptotic
01
ασυμπτωτικός, σχετικός με την ασύμπτωτη
relating to the way a function or curve approaches a fixed value or shape as its independent variable reaches a particular limit, often infinity or a specific point
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
In physics, certain physical processes exhibit asymptotic behavior as they approach equilibrium or singularity points.
Στη φυσική, ορισμένες φυσικές διεργασίες παρουσιάζουν ασυμπτωτική συμπεριφορά καθώς πλησιάζουν την ισορροπία ή τα σημεία ιδιομορφίας.
Λεξικό Δέντρο
asymptotic
asymptote



























