asymptomatic
a
ˌeɪ
ει
symp
sɪmp
σιμπ
to
τα
ma
ˈmæ
μαι
tic
tɪk
τικ
/ˌæsɪmptəmˈætɪk/

Ορισμός και σημασία του "asymptomatic"στα αγγλικά

asymptomatic
01

ασυμπτωματικός

(of a disease) not showing any symptoms associated with it
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most asymptomatic
συγκριτικός βαθμός
more asymptomatic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Despite being asymptomatic, the patient was advised to monitor their health closely for any signs of illness.
Παρόλο που ήταν ασυμπτωματικός, ο ασθενής συμβουλεύτηκε να παρακολουθεί στενά την υγεία του για τυχόν σημάδια ασθένειας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store