Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
migratory
01
μεταναστευτικός, μεταναστευτικός
(of animals or birds) moving from one place to another, often with the changing seasons
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Scientists track migratory elk to understand climate effects on wildlife.
Οι επιστήμονες παρακολουθούν τα μεταναστευτικά άλκη για να κατανοήσουν τις επιπτώσεις του κλίματος στην άγρια ζωή.
02
μεταναστευτικός, νομαδικός
regularly travelling from one place to another, often following seasonal work opportunities
Παραδείγματα
Seasonal hotels employ migratory staff to handle peak tourist periods.
Οι εποχιακοί ξενοδοχειακές μονάδες απασχολούν μεταναστευτικό προσωπικό για την αντιμετώπιση των τουριστικών αιχμών.
Λεξικό Δέντρο
nonmigratory
migratory
migrate
migr



























