Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Midwife
01
μαία, τοκούρα
a person, particularly a woman, whose occupation is helping a woman during childbirth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
midwives
αρσενικό ενικό
midhusband
θηλυκό ενικό
midwife
neutral form
birth attendant
Παραδείγματα
The midwife checked the mother's health before delivery.
Η μαία έλεγξε την υγεία της μητέρας πριν από τον τοκετό.



























