metronome
met
mɛt
met
ro
rəʊ
rew
nome
nəʊm
newm

Ορισμός και σημασία του "metronome"στα αγγλικά

01

μετρονόμος, ρυθμομετρητής

a device that helps musicians regulate their desired speed and rhythm 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
metronomes
Παραδείγματα
The pianist used a metronome during practice to ensure she kept a consistent tempo throughout the piece. 

Ο πιανίστας χρησιμοποίησε ένα μετρονόμο κατά την εξάσκηση για να διασφαλίσει ότι διατήρησε ένα σταθερό τέμπο σε όλο το κομμάτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store