metro
met
ˈmɛt
μετ
ro
roʊ
ρου
/mˈɛtɹə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "metro"στα αγγλικά

01

μετρό

an underground railway system designed for public transportation within a city
Dialect
subwayamerican flagAmerican
metro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
metros
Παραδείγματα
The Paris Metro is one of the oldest and most extensive underground systems in the world.
Το μετρό του Παρισιού είναι ένα από τα παλαιότερα και εκτενέστερα υπόγεια συστήματα στον κόσμο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store