astounding
Pronunciation
/əˈstaʊndɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "astounding"στα αγγλικά

astounding
01

εκπληκτικός, καταπληκτικός

bewildering or striking dumb with wonder
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most astounding
συγκριτικός βαθμός
more astounding
διαβαθμίσιμο
02

εκπληκτικός, εντυπωσιακός

extremely surprising or impressive
Παραδείγματα
The athlete 's performance was astounding, breaking multiple records in a single competition.
Η απόδοση του αθλητή ήταν εκπληκτική, σπάζοντας πολλά ρεκόρ σε έναν μόνο διαγωνισμό.

Λεξικό Δέντρο

astoundingly
astounding
astound
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store