Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asthma attack
01
κρίση άσθματος, επίθετο άσθματος
respiratory disorder characterized by wheezing; usually of allergic origin
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
asthma attacks



























