Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
merrily
01
χαρούμενα, ευτυχισμένα
in a cheerful or joyful manner
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
She sang merrily while walking through the garden.
Τραγούδησε χαρούμενα ενώ περπατούσε στον κήπο.
1.1
χαρούμενα, ζωηρά
in a brisk, lively, or pleasantly active way
Παραδείγματα
The fire crackled merrily in the fireplace on a cold night.
Η φωτιά τρίζει χαρούμενα στο τζάκι μια κρύα νύχτα.
Λεξικό Δέντρο
merrily
merry
merr



























