Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
merrily
01
χαρούμενα, ευτυχισμένα
in a cheerful or joyful manner
Παραδείγματα
The puppy wagged its tail merrily when its owner came home.
Το κουτάβι κούνησε χαρούμενα την ουρά του όταν ο ιδιοκτήτης του γύρισε σπίτι.
1.1
χαρούμενα, ζωηρά
in a brisk, lively, or pleasantly active way
Παραδείγματα
The clock ticked merrily in the quiet room.
Το ρολόι χτυπούσε χαρούμενα στο ήσυχο δωμάτιο.
Λεξικό Δέντρο
merrily
merry
merr



























