mermaid
mer
ˈmɜ:
maid
meɪd
meid

Ορισμός και σημασία του "mermaid"στα αγγλικά

01

γοργόνα, νερόπαπια

a fictional creature that is half woman and half fish, which lives in the sea 
mermaid definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
mermaids
αρσενικό ενικό
merman
θηλυκό ενικό
mermaid
neutral form
merperson
Παραδείγματα
She dreamed of being a mermaid, imagining swimming with colorful fish and exploring underwater caves. 

Ονειρευόταν να γίνει γοργόνα, φανταζόμενη να κολυμπάει με πολύχρωμα ψάρια και να εξερευνά υποθαλάσσιες σπηλιές.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store