merited
Pronunciation
/ˈmɛɹɪtɪd/

Ορισμός και σημασία του "merited"στα αγγλικά

01

αξιόλογος, κατάλληλα αξιόλογος

properly deserved
merited definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most merited
συγκριτικός βαθμός
more merited
διαβαθμίσιμο

Λεξικό Δέντρο

unmerited
merited
merit
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store