merger
mer
ˈmɜ:
μερ
ger
ʤə
τζα
meager

Ορισμός και σημασία του "merger"στα αγγλικά

01

συγχώνευση, ένωση

the joining of two companies or organizations together to form a larger one 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mergers
Παραδείγματα
The merger between the two leading airlines created one of the largest aviation companies in the world. 

Η συγχώνευση μεταξύ των δύο κορυφαίων αεροπορικών εταιρειών δημιούργησε μια από τις μεγαλύτερες αεροπορικές εταιρείες στον κόσμο.

02

συγχώνευση, απορρόφηση

the integration or joining of one estate, title, or legal right into another 
Παραδείγματα
The barony fell into merger with the neighboring earldom. 

Η βαρωνία έπεσε σε συγχώνευση με το γειτονικό ερλντόμ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store