Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Asterisk
01
αστερίσκος, αστέρι
the symbol * used in writing or printing to show that there is more information about something in the footnote or as an indication of importance or omission
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
asterisks
to asterisk
01
σημειώνω με αστερίσκο, επισημαίνω με αστερίσκο
mark with an asterisk
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
asterisk
γ΄ ενικό πρόσωπο
asterisks
ενεστώτα μετοχή
asterisking
απλός αόριστος
asterisked
παθητική μετοχή
asterisked



























