mercenary
mer
ˈmɜ:
ce
na
ry
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "mercenary"στα αγγλικά

01

μισθοφόρος, στρατιώτης της τύχης

a professional soldier hired to serve in a foreign army, often motivated by payment rather than ideological or national allegiance 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mercenaries
Παραδείγματα
The army hired mercenaries to bolster its forces during the conflict in the region. 

Ο στρατός προσέλαβε μισθοφόρους για να ενισχύσει τις δυνάμεις του κατά τη διάρκεια της σύγκρουσης στην περιοχή.

01

φιλάργυρος, κερδοσκοπικός

motivated by financial gain or material rewards 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mercenary
συγκριτικός βαθμός
more mercenary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company's decision to cut corners and compromise on quality revealed its mercenary approach to business. 

Η απόφαση της εταιρείας να κάνει οικονομίες και να θυσιάσει την ποιότητα αποκάλυψε την μισθωτή προσέγγισή της στην επιχείρηση.

02

μισθοφόροι

related to people who serve in a foreign army solely for financial gain 
Παραδείγματα
The mercenary soldiers were hired by the foreign government to protect their interests in the conflict. 

Οι μισθοφόροι στρατιώτες προσλήφθηκαν από την ξένη κυβέρνηση για να προστατεύσουν τα συμφέροντά τους στη σύγκρουση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store