Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Merchandise
01
εμπορεύματα, προϊόντα
goods offered for sale or the ones bought or sold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The store's merchandise includes clothing, accessories, and home decor items.
Το εμπόρευμα του καταστήματος περιλαμβάνει ρούχα, αξεσουάρ και είδη διακόσμησης σπιτιού.
to merchandise
01
προωθώ, διαφημίζω
to promote, sell, or engage in the trade of goods or products, especially in a commercial setting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
merchandise
γ΄ ενικό πρόσωπο
merchandises
ενεστώτα μετοχή
merchandising
απλός αόριστος
merchandised
παθητική μετοχή
merchandised
Παραδείγματα
The company merchandised its new line of eco-friendly clothing through social media campaigns.
Η εταιρεία merchandise τη νέα της γραμμή φιλικών προς το περιβάλλον ρούχων μέσω καμπανιών στα social media.



























