Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
merchandise
/ˈmɝːʧənˌdaɪs/
/ˈmɜːʧənˌdaɪz/
merchandize
merchaundise
merchaundize
Merchandise
01
εμπορεύματα, προϊόντα
goods offered for sale or the ones bought or sold
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
She browsed through the merchandise at the souvenir shop, looking for gifts to bring back home.
Περιήλθε τα εμπορεύματα στο κατάστημα με αναμνηστικά, ψάχνοντας για δώρα να πάρει σπίτι.
to merchandise
01
προωθώ, διαφημίζω
to promote, sell, or engage in the trade of goods or products, especially in a commercial setting
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
merchandise
γ΄ ενικό πρόσωπο
merchandises
ενεστώτα μετοχή
merchandising
απλός αόριστος
merchandised
παθητική μετοχή
merchandised
Παραδείγματα
The band merchandised its tour with exclusive T-shirts and vinyl records.
Η μπάντα merchandise την περιοδεία της με αποκλειστικά μπλουζάκια και βινύλια.



























