meow
Pronunciation
/miˈaʊ/

Ορισμός και σημασία του "meow"στα αγγλικά

01

νιαούρισμα, νιάου

the cry of a cat
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
meows
to meow
01

νιαουρίζω, κάνω νιάου

to make a crying sound, such as a cat
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
meow
γ΄ ενικό πρόσωπο
meows
ενεστώτα μετοχή
meowing
απλός αόριστος
meowed
παθητική μετοχή
meowed
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store