mentally ill
men
ˈmɛn
men
ta
lly
li
li
ill
ɪl
il

Ορισμός και σημασία του "mentally ill"στα αγγλικά

mentally ill
01

ψυχικά ασθενής, που πάσχει από ψυχική ασθένεια

having a condition that affects a person’s thoughts, emotions, or behavior 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most mentally ill
συγκριτικός βαθμός
more mentally ill
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
health, psychology, condition
Παραδείγματα
She was diagnosed as mentally ill after showing signs of severe depression. 

Διαγνώστηκε ως ψυχικά ασθενής μετά από ενδείξεις σοβαρής κατάθλιψης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store