menstruation
mens
ˌmɛns
μενσ
trua
ˈtrueɪ
τρουει
tion
ʃən
σαν
malformationfocalizationabbreviationaccumulation

Ορισμός και σημασία του "menstruation"στα αγγλικά

01

εμμηνόρροια, περίοδος

the monthly shedding of the uterine lining, resulting in blood flow 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
gender specific
neutral form
menstruation
Παραδείγματα
Menstruation is a natural part of the reproductive cycle for most women. 

Εμμηνόρροια είναι ένα φυσικό μέρος του αναπαραγωγικού κύκλου για τις περισσότερες γυναίκες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

menstruation
menstruate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store