menses
men
ˈmɛn
μεν
ses
siz
σιζ
/mˈɛnsɪz/

Ορισμός και σημασία του "menses"στα αγγλικά

01

εμμηνόρροια, περίοδος

the monthly occurrence of menstruation
Παραδείγματα
The doctor asked her when her last menses occurred as part of the routine check-up.
Ο γιατρός της ρώτησε πότε συνέβη η τελευταία της εμμηνόρροια ως μέρος της ρουτίνας εξέτασης.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store