menagerie
me
na
ˈnæ
ge
ʤə
rie
ri
ri

Ορισμός και σημασία του "menagerie"στα αγγλικά

01

μερνταριό, συλλογή άγριων ζώων

a facility or enclosure where wild or exotic animals are kept for exhibition 
menagerie definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
menageries
Παραδείγματα
The royal palace had a private menagerie filled with rare beasts. 

Το βασιλικό παλάτι είχε μια ιδιωτική ζωολογική συλλογή γεμάτη με σπάνια θηρία.

02

συλλογή ζωντανών ζώων, ομάδα ζώων για επίδειξη

a group of live animals kept together for display, study, or entertainment 
Παραδείγματα
The zoo's new menagerie includes reptiles, birds, and primates. 

Η νέα συλλογή ζώων του ζωολογικού κήπου περιλαμβάνει ερπετά, πουλιά και πρωτεύοντα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store