Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to memorize
01
απομνημονεύω, μαθαίνω απ'έξω
to repeat something until it is kept in one's memory
Transitive: to memorize a piece of information
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
memorize
γ΄ ενικό πρόσωπο
memorizes
ενεστώτα μετοχή
memorizing
απλός αόριστος
memorized
παθητική μετοχή
memorized
Παραδείγματα
Students often memorize multiplication tables to enhance their math skills.
Οι μαθητές συχνά απομνημονεύουν τους πίνακες πολλαπλασιασμού για να βελτιώσουν τις μαθηματικές τους δεξιότητες.
Λεξικό Δέντρο
memorizer
memorize
memor



























