Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
melodramatic
01
μελοδραματικός, θεατρικός
exaggerated or overly emotional in a theatrical or sensational way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most melodramatic
συγκριτικός βαθμός
more melodramatic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The teenager 's diary entries were filled with melodramatic accounts of daily challenges and triumphs.
Οι καταχωρίσεις στο ημερολόγιο του εφήβου ήταν γεμάτες με μελοδραματικές αφηγήσεις καθημερινών προκλήσεων και θριάμβων.
02
μελοδραματικός, θεατρικός
characteristic of acting or a stage performance; often affected
Λεξικό Δέντρο
melodramatic
melodram



























