Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
melodramatic
01
μελοδραματικός, θεατρικός
exaggerated or overly emotional in a theatrical or sensational way
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most melodramatic
συγκριτικός βαθμός
more melodramatic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Sarah's reaction to the minor inconvenience was melodramatic, complete with tears and exclamations.
Η αντίδραση της Σάρα στη μικρή ταλαιπωρία ήταν μελοδραματική, με δάκρυα και αναφωνήσεις.
02
μελοδραματικός, θεατρικός
characteristic of acting or a stage performance; often affected
Λεξικό Δέντρο
melodramatic
melodram



























